.

.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014




Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ  Διθαλάσσου

  Ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ με τα ποιήματα - πήματά του αυτά εκπονεί μνησιπήμονα διατριβή στις ανατροπές των πικρών καιρών και στις εναγώνιες προσδοκίες των πολύχρονων δεινών της κατεχόμενης πατρίδας. Ειδικότερα, εστιάζει τη διεισδυτική όραση του νου και την προφητική ενόραση της καρδιάς στα πάθη της εγκλωβισμένης Καρπασίας και των εύψυχων ελευθέρων πολιορκημένων της, καθώς με στοχασμό και μ’ όνειρο τού το υπαγορεύει το ενδοσκόπιο του λεπταίσθητου ψυχισμού του. Άλλωστε, στη γη που τον γέννησε και τον έθρεψε με τις προγονικές υποθήκες των Αχαιών και τα μυρωμένα νάματα των Αγίων και των μαρτύρων της ήταν ένα ελάχιστο οφειλόμενο χρέος: κάτι σαν τάμα ατομικό κι αφιέρωμα συλλογικής μνήμης, να ξορκίσει το δαιμονικό με την επίκληση και την προσμονή του θαύματος, για να τελετουργήσει ξανά στον τόπο των ιερών και των οσίων του.
  Έτσι, με την πολύμοχθη σκαπάνη μιας αριστοτεχνικής ποιητικής γραφίδας ανασκάπτει βαθιά το πανάρχαιο χώμα τούτης της γης, εξορύσσοντας τα πλούτη των αμύθητων θησαυρών της και ανασύροντας από τα έγκατά της παμπάλαιες ιστορίες και παραδόσεις, ηρωικές μορφές του μύθου και θρυλικές φυσιογνωμίες  ανθρώπων μιας αλλοτινής αυθεντικής εποχής μαζί με τα αρχοντικά ήθη και τα αρχέγονα έθιμά τους. Όλες εκείνες τις έντονες παραστάσεις μιας ατέλειωτης κληρονομιάς βιωμάτων και καθημερινών δρώμενων, τουτέστιν των έργων και ημερών ενός ολόκληρου κόσμου, που δεν κατάφερε να τις ξεθωριάσει ο χρόνος μήτε να τις αλλοτριώσει ή να τις ξεριζώσει κανένας άνεμος υποβολιμαίας λήθης σε πείσμα του ανενδοίαστου κατακτητή. Γιατί, ακριβώς, μέσα από τούτη την ολιγοσέλιδη αλλά μεστή περιεχομένου συλλογή του μάς το θυμίζει περίτρανα ο ποιητής: πως ο Κάρβας, που φυσά από τη μεριά της Καρπασίας, όπως μας προειδοποιεί στην επεξηγηματική αναφορά για τον λογότυπο των ομώνυμων εκδόσεών του, κομίζει ως άλλος αγγελιαφόρος το μήνυμα της Καρβασίας κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, της αρχαίας Βοός ουράς. Και άλλοτε μάς το μεταφέρει μέσα από τα χρώματα και τις ανταύγειες του φωτός της ή στο ράμφος των ποικιλόμορφων πουλιών της σε μια εναρμόνια συμφωνία είτε ακόμα με την πεισμονή του τζίτζικα στο μονότονο τραγούδι του και μέσα από το θρόισμα των φύλλων του αόρατου. Κι άλλοτε πάλι μάς το φέρνει με τη νοσταλγική αύρα του θαλασσινού της  φλοίσβου ως αρχαίο άνθος αλός, αλλά και ως κραυγή οιμωγής και ταυτόχρονα υπόμνησης και προσταγής μέσα από «ένα βράχο με το κύμα του» ή με το δυνατό χλιμίντρισμα των Σαλαμίνιων αλόγων.
  Διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε τα δεκαοχτώ ποιήματα της άρτια επιμελημένης συλλογής του Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ, ανατρέχοντας στις διαφωτιστικές σημειώσεις, τις διανθισμένες με χαρακτηριστικά φωτογραφικά και σχεδιαστικά στιγμιότυπα, που παραπέμπουν στην ανθρωπογνωσία, στη θρησκευτική ζωή και την αρχαιολογία της θαυμαστής αυτής ιστορικής χερσονήσου. Μη παραλείποντας εκ προοιμίου τη γενική αίσθηση που συναποκομίζουμε, υπογραμμίζουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν αποκάλυψη. Είχαμε, βεβαίως, γνωρίσει στα διηγήματά του την ευφάνταστη πλοκή ενός δομημένου αφηγηματικού λόγου, που απέπνεε τους λυρικούς τόνους μιας ποιητικότητας κάτω από τη γνησιότητα μιας δημιουργικής προσωπικής σφραγίδας. Ωστόσο, την αποτύπωση της δόκιμης ποιητικής του γραφής μόλις φέτος ευτυχήσαμε να δούμε στο φως της δημοσιότητας, εφόσον η πρώτη του συλλογή του 1984, που επιγράφεται Καρπασία, είναι χειρόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου, όπως αναγράφεται στη σχετική του εργογραφία. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι μέχρι στιγμής εισέπραξε τόσον εδώ όσο και στον ελλαδικό χώρο διθυραμβικές κριτικές. Καταθέτοντας με τη σειρά μας το γενικό στίγμα της δικής μας αποτίμησης, θα επισημαίναμε απερίφραστα ότι το κάθε ποίημα είναι και ένα καλοδουλεμένο ακριβό κέντημα, φιλοτεχνημένο στον καμβά του καλλιτεχνικού αισθητηρίου του δημιουργού του με τα κεντίδια ενός άμεμπτου πολυτονικού. Το γλωσσικό ένδυμα, ανάλογο των μεταφορικών αλληγορικών συμβολισμών και των υποβλητικών εννοιολογικών σχημάτων, εμπλουτίζεται από λόγια και διαλεκτικά στοιχεία  στην πληρότητα της ποικιλομορφίας και την άρρηκτη συνοχή της γλώσσας μας. Όχι μόνο απηχεί το κάλλος του ηδυσμένου ποιητικού λόγου, που αποδίδεται με τα σύνεργα μιας αφομοιωμένης εμβάθυνσης στα έργα των μεγάλων ποιητών μας, εξού και οι κάποιες φραστικές ή νοηματικές συνηχήσεις γόνιμων επιδράσεων. Στις στροφές μιας αισθητικής στιχουργικής συμμετρίας, καθώς και στις επιγραμματικές ή εκτενέστερες ενότητες των ποιημάτων του δεν διαφαίνεται απλώς, αλλά επαρκώς πιστοποιείται η αβίαστη έμπνευση  επαγωγικών συλλήψεων, μέσα από τις συνεχείς αναζητήσεις και τις μεταρσιωτικές κατανυκτικές ανατάσεις στην υψηλή της Ποιήσεως Καβαφική σκάλα. Κι όσο κι αν είναι δύσκολο και σπάνιο, ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ επιτυγχάνει να πολιτογραφηθεί εις των ποιητικών ιδεών την πόλι.
  Βαδίζουμε, λοιπόν, και περιδιαβάζουμε μαζί με τον ποιητή, συνταξιδιώτες και συνοδοιπόροι, στη στενή λωρίδα της γενέθλιας γης του, της Διθαλάσσου, πλημμυρισμένοι από τα δάκρυα των δυο θαλασσών της, που σμίγουν τα σμαραγδένια νερά τους ανάμεσα στο ακρωτήρι του Αποστόλου Αντρέα και τις Κλείδες των γλάρων. Τούτη η γη, στ’ αλήθεια, μαζί με την παρούσα συλλογή που τη μνημονεύει και την ανιστορεί ποιητικά, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πιο εύστοχα, παρά από ένα τέτοιο αρχαιοελληνικό επίθετο, που συνειρμικά σημαδεύει τις πέτρες των ερειπίων της και τις αμμουδιές των ακτών της, όπου έφτασαν οι απόγονοι του Τεύκρου πρώτοι οικιστές. Της διθαλάσσου αυτής γης σαφής συνδήλωση, επιπλέον, είναι η συνάντηση του ελληνικού και του χριστιανικού κόσμου, όπως καταφαίνεται από την οικοδομική διαστρωμάτωση των αρχαιοπρεπών κτισμάτων και του πλήθους των βυζαντινών εκκλησιών της. Τούτο τον διφυή κόσμο συνέχισαν οι επίγονοι με το δέος της πανάρχαιας φυλετικής καταγωγής και την πίστη της θρησκευτικής τους ευλάβειας. Έτσι, και η διήκουσα γραμμή των ποιημάτων της Διθαλάσσου δεν μπορεί  να διασπάσει τον συνδετικό ειρμό της σφαιρικής τους σύνθεσης σε επί μέρους νοηματικές ενότητες.
  Το «φως» ως προανάκρουσμα της συλλογής συνέχει τα ποιήματα στη συνθετική τους ενότητα, φωτίζοντας το πνεύμα της ταυτότητάς τους. Ένα «φως» μιας απέραντης κοσμογονικής φωτοχυσίας σ’ όλες τις αποχρώσεις και τους ιριδισμούς του, που φανερώνει αποκαλυπτικά τους παλμούς της Καρπασίτικης φύσης μαζί με τους κραδασμούς του ποιητή, που συνεκδοχικά αντιπροσωπεύει τους συντοπίτες του: τους ελάχιστους εκείνους, αλλά αδέκαστους και ανένδοτους εγκλωβισμένους, «όπου στην ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες», καθώς και εκείνους που αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Για τούτο και αφειδώλευτα μοιράζεται μαζί τους ο ποιητής και κατ’ επέκταση με όλους εμάς τους ακατασίγαστους πόθους και τις ανειρήνευτες έγνοιες του για τη μοίρα του έσχατου οχυρού της ελληνικότητάς μας στις ακρώρειες και τις εσχατιές της μοιρασμένης μας νήσου. «Εδώ γεννήθηκα» διαλαλεί με περηφάνια, αλλά και με πόνο ψυχής εδώ επιστρέφει νοερά, οδηγώντας μας στη «μικρή περιήγηση» τού αντίστοιχου ποιήματος στην πατρογονική εστία του σπιτιού του «με τους κίονες». Είναι εδώ, όπου «κι αντί να τραγουδ[ά] γλυκά σαν τα πουλιά», οδυνόμενος «ανακαλ[ιέται]. Εδώ «μέσ’ από φωτογραφίες την Ελένη μελετ[ά]» μαζί με τους αστερισμούς των παιδικών του χρόνων. Εδώ κι η ανεπούλωτη πληγή της Παναγίας της Κανακαριάς μέσα από τους ελεγειακούς στίχους του ομώνυμου ποιήματος. Εδώ είναι, επίσης, όπου ξετυλίγονται μπροστά του, ανεξίτηλα ιστορικά τεκμήρια, οι «παλιές σφραγίδες», «τα άλογα», που ζωντανεύουν από τους τάφους της Σαλαμίνας «έτοιμα για αναχώρηση». Σ’ αυτό το μοιρόγραφτο σημείο της Κυπριώτισσας γης εμμένει ο ποιητής να αντιπαραβάλλει εικόνες της αλλοτινής ευτυχισμένης ζωής, που έθαλλε στο σκίρτημα των αιωνόβιων θάμνων, των λουλουδιών, και των γοργοφτέρουγων ενδημικών πουλιών, με τις δυσοίωνες σκηνές του πολέμου και της συμφοράς, όπως σκιαγραφούνται με μουντές σκιές στο ποίημά του «χαράκωμα».
  Προεκτείνοντας, ωστόσο, την απερίσπαστη οπτική της θέασής του, φτάνει μέχρι την πόλη – φάντασμα της Αμμοχώστου, όπου τώρα βλέπει να ξαναζωντανεύουν μπροστά του το ονομαστό Γυμνάσιο της φοίτησής του και στα ιωνικά του προπύλαια ο κήπος με τις γιορτινές πορτοκαλένιες διακοσμήσεις. Η αθάνατη μορφή του γυμνασιάρχη του δρος Κυριάκου Χατζηιωάννου τού εμπνέει το ελπιδοφόρο όραμα της «αναγέννησης», που, σύμφωνα με τους δυο τελευταίους στίχους του ομότιτλου ποιήματος, με αισιόδοξο κέλευσμα προστάζει: «Στης χαλκοφόρου το στερέωμα / Να ξαναλάμψει». Σύροντας, εξάλλου, τα βήματα προς τη θάλασσα, αναστοχάζεται με φιλοσοφική διάθεση την τραγική μοίρα του ξενοδοχείου «Σαλαμίνια» και του άτυχου νέου, που ξεψύχησε  μετέωρος ανάμεσα στα βομβαρδισμένα συντρίμμια κι έμεινε εκεί να κοιτάζει την «πατρίδα ανάποδα γυρισμένη». Δεν διστάζει, όμως, σ’ ένα άλλο ποίημα να προφητέψει με στεντόρεια φωνή τα εξής: «Και η Καμήλα / Θ’ ανασηκώσει την καμπούρα της / Θα ξεσηκώσει κύματα / Θα ξυπνήσει τα μισοκοιμισμένα θαλασσοπούλια».  Αυτή την εσπευσμένη εγρήγορση τη νιώθει ως επιτακτική αναγκαιότητα ο ποιητής στον «μονόλογο» της πνιγηρής μοναξιάς του, όπου συναισθάνεται με κρίση εναγώνιας υπαρξιακής συνείδησης τη δουλική χαμέρπεια των προδομένων ιδανικών και τη ματαίωση του τραγικού αδιεξόδου. Γι’ αυτό και η αμφισημία της πλάκας στο προτελευταίο ποίημα: είτε το κακόγουστο αστείο πρέπει να σταματήσει είτε η ταφόπλακα του χρόνιου ενταφιασμού οφείλει να ραγίσει, για να βγούμε, επιτέλους στο φως, θρυμματίζοντας τα αδιέξοδα.
  Στο τελευταίο ποίημα, που επιστεγάζει τη συλλογή, ο «Ανθέμιος Καλοκαίρης» είναι μια υποβλητική μετωνυμία, που κομίζει το κατ’ εξοχήν αισιόδοξο μήνυμα κατάφασης της ζωής, αλλά και του τόπου της ονειρικής ειρηνικής μας διαβίωσης. Το ποίημα αποτελεί μιαν αναθηματική ωδή αγάπης και ευγνωμοσύνης στον φίλο και Διδάσκαλό του, τον αείμνηστο Θεοδόση Νικολάου, στη μνήμη του οποίου στοιχειοθετεί ανασυνθετικά στίχους, που αποσπά από ποιητικές του συλλογές, για να υπομνήσει αποφθεγματικά στον επίλογό του: «Και στο φεγγάρι ρίχνοντας ματιά ευγνωμοσύνης / Τι στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονοπάτι ανάβει».
  Αντί άλλου σχολίου ή πρόσθετης αναφοράς και επισήμανσης, μεταφέρουμε ως ακροτελεύτιο  αυτούσια τη φωνή του ποιητή από το ποίημά του «Καρπασία», όπως καταγράφεται μέσα από τον νόστο της πατρώας γης και την αγωνιστική αφύπνιση για απελευθέρωση και επιστροφή: «Κάθε πρωί / Ακονίζω τη μνήμη μου / Κι ένα μαχαίρι / Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν / Σε δυο κομμάτια με χωρίζει. / …/ Ας αρχίσει λοιπόν ο αγώνας / Κι ας μην είναι διά την δόξαν / Ας είναι για τα καπνολούλουδα / Και τις σκορπισμένες ψηφίδες / Της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας».

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή