.

.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014




Βιβλιοπαρουσίαση

Χρήστου Μαυρή   Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών
Ένας ποιητής  πτηνοπαρατηρητής

Μιας και γίνεται στις μέρες μας πολύς λόγος για την αξιοποίηση της βιοποικιλότητας, της πανίδας και της χλωρίδας, καθώς και της πτηνοπαρατήρησης στον τόπο μας τόσο από ξένους όσο και από δικούς μας φυσιολάτρες περιηγητές, μια ποιητική συλλογή του Χρήστου Μαυρή επανέρχεται στο προσκήνιο. Η συλλογή, εκδομένη το 2010 με επιμέλεια του Γιώργου Μύαρη, τιτλοφορείται Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών και χωρίζεται σε δύο ισοδύναμες αριθμητικά ενότητες από δώδεκα ποιήματα η καθεμιά με τους υπότιτλους «Οι ικέτιδες φωνές» και «Ο ανελέητος Αύγουστος»,  χωρίς, ωστόσο, σαφή θεματική διάκριση· πράγμα που υποβάλλει στον αναγνώστη ότι μέσα από την ποικιλωνυμία των επί μέρους τίτλων και τη διαφορετικότητα των «πτερωτών» ποιητικών εναυσμάτων ο ποιητής ξαναγυρνά στους ίδιους εναέριους, αλλά και στεριανούς και θαλασσινούς τόπους μιας επίμονης λυρικής πτηνοπαρατήρησης.
Λεπτοφυής περιγραφή και αισθαντική υποβλητικότητα με εναλλασσόμενες εικόνες και σκηνικά στιγμιότυπα σε όλο το φάσμα της αισθητηριακής τους πρόσληψης μαζί με τη στοχαστική έκφραση ενός ευαίσθητου ψυχισμού αποτυπώνουν τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα της ενιαίας αυτής ποιητικής μεταστοιχείωσης. Και δεν είναι τυχαίο, που ένας ποιητής, καταφέρνοντας να θεαθεί και ν’ αφουγκραστεί σε πλατύτερους ορίζοντες και βαθύτερους μυστικούς κόσμους, επιτυγχάνει μιαν τέτοια προσομοίωση· εφόσον των πτηνών η όραση, η ακοή και η οπτική γωνία της παρατηρητικότητάς τους είναι πεντάκις πιο ανεπτυγμένη από εκείνη του καθημερινού ανθρώπου. Αποκρυπτογραφεί, λοιπόν, ο Χρήστος Μαυρής με το χάρισμα της δικής του μούσας τη γλώσσα των πουλιών, τους κραδασμούς και τα μιλήματα της φωνής τους, αποκωδικοποιώντας ταυτόχρονα τους συμβολισμούς των ποικιλόσχημων μορφών και των χρωμάτων τους, τ’ ανασκιρτήματα και τους οιωνούς των εμβληματικών τους κινήσεων: από το αναφτερούγισμα ώς τα χαμηλοπετάγματα, την άνοδο της ισορροπίας τους, αλλά και την απότομη πτώση και την καταβαράθρωσή τους, το ανεβοκατέβασμά τους σε ποταμούς και θάλασσες, όπως και τις μακρινές  μεταναστευτικές τους πτήσεις πότε σε έναστρους και πότε σε σκοτεινούς επίφοβους ουρανούς.
Μέσα από μιαν τέτοια πτηνόμορφη ανθρωποποποίηση των ενδημικών, αποδημητικών και διαβατάρικων πουλιών της κυπριακής φύσης, μα και της προσωπικής του ποιητικής ενόρασης, ο ποιητής θα ζωντανέψει τους φτερωτούς φίλους των πηγαίων εμπνεύσεων και των ορμέμφυτων εξάρσεών του, των πόθων,  των ονείρων και των οραμάτων του, καθώς και των ακαταλάγιαστων σπαραγμών τού ανθρώπινου πόνου και της πικρής οδύνης. Αλλά και με οδηγό τη μνήμη και πυξίδα την προσδοκία θα ταξιδέψει μαζί τους για τις «πολιτείες» της άνοιξης με τις φωτεινότερες μέρες. Συνταξιδεύουμε κι εμείς με τα ανθρωπόμορφα αυτά  «αλλόκοτα» πουλιά του Χρήστου Μαυρή, που μας θυμίζουν στην όψη εκείνα τα ξεχασμένα των  δημοτικών μας τραγουδιών με τη δική τους, ωστόσο, ξεχωριστή ιδιότυπη λαλιά,  συνομιλώντας με μερικά απ’ αυτά μέσα από τους αντίστοιχους ποιητικούς τίτλους: τα μαύρα, τα άγρια, τα πληγωμένα και τα πολύχρωμα εξωτικά πουλιά, τα αλλοδαπά, ξενιτεμένα, ταξιδιάρικα και τα ερωτευμένα πουλιά, τα γέρικα, τα φλεγόμενα, τα σχιζοφρενικά και τα πανικόβλητα πουλιά, τα περιπλανώμενα και τα ελεύθερα πουλιά. Προσδίδοντάς τους ανθρώπινες ιδιότητες και κοινωνικές συμπεριφορές, οικεία συναισθήματα, σκέψεις, αναστοχασμούς και προβληματισμούς, που συνυπάρχουν  με τους αμφίβολους καιρούς και τον δύσμοιρο τόπο μας, μάς υπομιμνήσκει τα δεινά και τους ασίγαστους καημούς μας. Εντούτοις, στο λεύτερο αναπέταγμά τους σε ψηλότερες περίβλεπτες κορφές με το καινούργιο φύσημα του αγέρα και το προφητικό τους ράμφος νιώθουμε συνάμα να ενσταλάζουν μέσα μας βάλσαμο λυτρωτικό την ελπίδα της εγκαρτέρησης και την απαντοχή της επιστροφής στα γνώριμα αγαπημένα χώματα της παλιννοστούσας πατρίδας. Ενδεικτικά παραθέτουμε την καταληκτική στροφή του τελευταίου ποιήματος της συλλογής: «Οι νύχτες / ερμητικά κλειστές σαν κάστρα / αγκαλιάζουν θανάσιμα τον κάμπο. / Μόνο ελεύθερα πουλιά / ακολουθώντας μυστικά περάσματα / μπαινοβγαίνουν στο σκηνικό / μεταφέροντας ακατάπαυστα / στις στιβαρές ράχες τους / νερό, πηλό και πέτρες / για να ξανακτίσουν / το γκρεμισμένο ξωκλήσι».

©  Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή