.

.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014





Βιβλιοπαρουσίαση

Ανδρέα Χατζηχαμπή  Όνειρα Αμενηνά

Με πολλή χαρά έλαβα μιαν καινούργια ποιητική συλλογή και με άλλη τόση αγάπη πρωτόγνωρης αποκάλυψης έσκυψα στις σαράντα σελίδες των τριανταπέντε εκλεκτών ποιημάτων της. Αν και είχα στα παλαιότερα συναδελφικά μας χρόνια γνωρίσει από κοντά τη βραβευμένη πανελληνίως ποιητική δημιουργία του Ανδρέα Χατζηχαμπή μέσα από τις προηγούμενες δύο ποιητικές του συλλογές υπό τον τίτλο Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής και Στην ακτή των ποιητών, εντούτοις η τωρινή του συγκομιδή, πιστεύω, ότι συνιστά σταθμό ωριμότητας για τον ίδιο και μακρόπνοη αισιοδοξία συνέχειας για τα σοβαρά ποιητικά μας πράγματα.
Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις αθηναϊκές εκδόσεις Γαβριηλίδης, φέρει τον αρχαιοπρεπή Ομηρικό τίτλο Όνειρα αμενηνά με τον ποιητικό επιθετικό προσδιορισμό των ευφάνταστων και έλλογων ονείρων του να μας αιφνιδιάζει κατ’ αρχήν· και ευθύς αμέσως να μας δίδει το αίσθημα της αναγωγής στον γενάρχη των ποιητών όλου του κόσμου και συνακόλουθα της υπερηφάνειας και της ευθύνης του φυλετικού ποιητικού κυττάρου των επιγενομένων. Ο στίχος 562 από το τ΄ της Οδύσσειας ευστόχως προτάσσεται ως η πλέον ευσύνοπτη προϊδεαστική προμετωπίδα του περιεχομένου της συλλογής:  «Δοιαί γαρ τε πύλαι αμενηνών εισίν ονείρων…» και κατά λογοτεχνική μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδή: «Τα ονείρατα τ’ αγεροφάνταχτα διπλές τις πόρτες έχουν…». Είναι, όπως επεξηγεί η «περίφρων» Πηνελόπη στον Οδυσσέα, η ελεφάντινη πύλη των απατηλών ονείρων και η κεράτινη των αληθινών, ενώ ο περίφρροντις αναβάτης στην Καβαφική «πολύ υψηλήν της Ποιήσεως [τ]η σκάλα» στις εδώ δικές μας «αμμουδιές του Ομήρου», κατά τον Ελύτη ή στα οικεία ενάλια μέρη των εμπνεύσεών του, σύμφωνα με την υστερόγραφη γεωγραφική ένδειξη, τα πλέκει αξεδιάλυτα με τα σύνεργα της προσωπικής ποιητικής του διαλεκτικής. Στην αντιστικτική σύνθεση της εναλλαγής των αντιθέσεων μεταξύ φωτός και σκότους, τουτέστιν την αλληλοπεριχώρηση φαντασιακού και πραγματικού, υπαρκτού και ιδεατού μέσα από την Ηρακλείτεια διάσταση της παλίντροπης αρμονίας τους, τα «Όνειρα αμενηνά» του ομώνυμου ποιήματος, που δανείζει συνεκδοχικά τον τίτλο στη συλλογή, συλλαμβάνονται καθώς συμπλέκονται κάτω από το υφάδι και το στημόνι του ποιητή ως: «θαλερά φωταξίδια στο ζόφο της νύχτας μας, / πολύτιμα πετράδια που αντιφεγγίζουν / το προαιώνιο κάλλος, / […] / Αιέν ονειρεύεσθαι». Ο τελευταίος προτρεπτικός στίχος, Ομηρικής και πάλι υφής, επαναλαμβάνεται στη συγκινητική αφιέρωση που μου χάρισε ενυπογράφως ο ποιητής με την ευχή τα ποιήματά του να μου «μιλήσουν». Και να μου μιλήσουν, προφανώς, όχι με τη γλώσσα της Φροϋδικής τους ερμηνευτικής, αλλά με το ύφος και το ήθος της δικής τους ιδιαιτερότητας.
Ωστόσο, όχι απλώς μου μίλησαν οι αριστοτεχνικές αυτές ποιητικές αποτυπώσεις του Ανδρέα Χατζηχαμπή, αλλά οι έντονοι παλμοί της φιλοσοφημένης γραφής τους και οι λεπταίσθητοι κραδασμοί μιας αναστοχαστικής λυρικής εγγραφής αναμεταδίδονται μέσα μου σε ζωντανό διάλογο ζεστής συνομιλίας. Ομολογουμένως, διαβάζοντας τους στίχους δεν νιώθεις να επιπλέεις στον αφρό ή να νανουρίζεσαι στον φλοίσβο των ονειρικών του προσλήψεων, αλλά να καταδύεσαι ολοένα και πιότερο στο βάθος τους, για να συμβιώσεις και να συνονειρευτείς εις το «αιέν» του «Δήμου Ονείρων», κατά τον αντίστοιχο και πάλι Ομηρικό τίτλο ενός άλλου ποιήματος. Στις ενοραματικές του ενατενίσεις, τις οραματικές αναζητήσεις και τις εκστασιακές του ανατάσεις ο ποιητής δεν παύει να στοχάζεται πάνω στη στιγμή και τη διάρκεια του ονειρικού γεγονότος, συμπυκνώνοντας εκτατικά μέσα του τον ποιητικό χρόνο και αποκρυπτογραφώντας την πεμπτουσία της άλλης πραγματικότητας: «Η πραγματικότητα / γνωρίζει πολύ καλά / τι θα πει να βάφεις με σκοτάδι / τις μέρες φωτός».  Είναι ως να φιλοτεχνεί σε «μια ζωγραφιά του ονείρου» με «τα χρώματα των λουλουδιών», τους ιριδισμούς της «Άνοιξης» και του «Ανέσπερου Φωτός», καθώς και τους ρυθμικούς αναπαλμούς «απ’ τον απόηχο της Σιωπής» τα άνθη της Κύπριδας πέτρας, ποτισμένα με «ηλιοστάλακτο ύδωρ» και θρεμμένα με «Χριστόψωμο» στην αιγιαλίτιδα ζώνη της ψυχής του.
Ο ποιητής με εξομολογητικούς τόνους αρνείται την εκκοσμικευμένη αυταρέσκεια της γραφής του, ενώ καταφάσκει τη θητεία του στην ποιητική παιδαγωγία «για τα παιδιά του κόσμου», όντας ένας από τους «Ποιητές όλου του κόσμου», σύμφωνα με το φερώνυμο ποίημα, που απηχεί την οικουμενική προσέγγιση της ποίησης και της ποιητικής του. Μια ποίηση αισθαντικής ποιητικότητας, «πνοή ζώσα στην εκπνέουσα ζωή», που συναιρεί τα άσχημα και τα κακά του κόσμου μας και του καιρού μας, από την κακοποίηση της φύσης και την «Αποδόμηση» του πολιτισμού μας μέχρι την «Πτώση» σε «Ερείπια» των ανθρώπινων αξιών και την «Κατεδάφιση» των παλαίτυπων αρετών μας. Για τούτο, κατά μία άλλη εκδοχή του Αλμπέρ Καμύ, μέσα σε όλη αυτή την αποξένωση της αλλοτριωτικής παραχάραξης ταυτοποιεί υποστασιακά τον άνθρωπο ως «Ξένο» στην αντωνυμική του τριτοπροσωπία.
Και όμως, μεταπλάθοντας την ασχήμια σε ιδεατή ομορφιά, τη μόνη κοσμοσώστρα, καθώς ορμηνεύει ο Ντοστογιέφσκυ, δεν παραμένει στην άρνηση της απόγνωσης και την απάλειψη της αισιόδοξης ελπίδας. Αέναος αυτός, ως ποιητής,  Ελυτικός «ναυτίλος» ταξιδευτής και θηρευτής «Ονειροπόλος» προσβλέπει στους ορίζοντες ενός κοσμογονικού αναγεννητικού ονείρου εμπνευσμένης ζωής και αληθινής δημιουργίας. Συγκεφαλαιωτικά συνοψίζει στους ακροτελεύτιους στίχους του τελευταίου ποιήματος της αξιόλογης συλλογής του: «Ο ποιητής συνεχίζει / να βρίσκει καταφύγιο στα όνειρα, / αιθεροβάμων μελετητής των αστεριών, / ταπεινός προσκυνητής των λέξεων. / Καράβια όνειρα, / εμπνεύσεις της ζωής, / θαύματα ιδεών, / λευκά πανιά / στου γλαυκού / το πανώριο ταξίδι, / ελάτε πάρετέ μας…».


©  Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή