.

.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014




Βιβλιοπαρουσίαση

Θεοκλή Κουγιάλη  Η φωνή εντός
Στοιχεία συγγραφικής αυτοαναφοράς και μυθιστορηματικής τέχνης

Τον Θεοκλή Κουγιάλη τον γνωρίσαμε, κυρίως, μέσα από τις παλαιότερες και νεότερες ποιητικές του δημιουργίες ως έναν καταξιωμένο ποιητή, μα και προ καιρού δοκιμάσαμε την έκπληξη της δόκιμης εφευρετικής του γραφίδας στον πεζό λόγο. Το παρόν λογοτεχνικό του έργο υπό τον τίτλο Η φωνή εντός, που ήλθε στο φως το 2011 από τις εκδόσεις Αιγαίον, χαρακτηρίζει ο ίδιος ως μυθιστόρημα. Ωστόσο, όχι απλώς, ως προς την αρίθμηση των 150 σελίδων του το βιβλίο θα δικαιολογούσε την κατάταξή του στο μεταιχμιακό είδος της νουβέλας, αλλά και τυπολογικά ως προς τα δομικά και εσωτερικά στοιχεία του περιεχομένου του: ήτοι, την αφήγηση σύγχρονων αληθοφανών γεγονότων, που εκτυλίσσονται γύρω από τον ιστό μιας λιγότερο πολυσύνθετης πλοκής αισθηματικών ιστοριών, οι όχι πολυάριθμοι πρωταγωνιστές των οποίων ζωντανεύουν σε εναλλασσόμενα σκηνικά αφηγηματικών και διαλογικών δρώμενων και μέσα από τις λεπτοφυείς ψυχολογικές εμβαθύνσεις των χαρακτήρων τους.
Παρόλα ταύτα, μήτε ο όγκος των σελίδων, μήτε η πολυκύμαντη ή περιορισμένη τοπική και χρονική έκταση, η πολύπλοκη ή απλή υπόθεση και η ψυχογράφηση των προσώπων θα προσδιόριζαν αμιγώς ένα είδος, που πατά με το ένα πόδι στο διήγημα και με το άλλο στο μυθιστόρημα. Έτσι, όσα από τα έργα του Παπαδιαμάντη, του Δροσίνη, του Κονδυλάκη, του Βενέζη και άλλων Νεοελλήνων δημιουργών μας, υστερογενώς θα εντάσσαμε στις νουβέλες, οι ίδιοι μάς τα παρουσίασαν ως διηγήματα.
Όποιο ειδολογικό στίγμα, λοιπόν, κι αν αποδίδαμε στο αξιόλογο τούτο πεζογράφημα του Κουγιάλη, που στον κεντρικό μυθοπλαστικό του άξονα συσσωματώνει μια σειρά εγκιβωτισμένων αυτοτελών διηγήσεων ή διηγημάτων, το ενδιαφέρον της κριτικής αποτίμησης εστιάζεται λιγότερο στην υπόθεση του συνόλου ή των επί μέρους αφηγήσεων και περισσότερο στη γενεσιουργή τους σχέση με τον δημιουργό τους. Ο συγγραφέας μέσα από αυτή την υπαρξιακή συσχέτιση και τον αυτοαναφορικό ρόλο  της ταυτότητάς του θέτει ζητήματα καίριας προβληματικής ως προς τη σύλληψη του θέματος, τη νοηματική απήχηση και το αισθητικό αποτέλεσμα της έντεχνης μυθιστορηματικής γραφής. Παράλληλα με την έμπνευση τον απασχολεί η μέθοδος διαχείρισης των συγγραφικών τρόπων και των λεκτικών μέσων, ώστε να προσεγγίσει τον αναγνώστη όχι επιδερμικά και στιγμιαία, αλλά να μοιραστεί μαζί του βιωματικές εμπειρίες και μνήμες, ενδότερες σκέψεις και αναστοχασμούς. Να τον κάμει ακόμα κοινωνό των ανησυχιών και των εναγώνιων αναζητήσεων του συγγραφέα, καθώς αγωνίζεται να στήσει και να συνθέσει το συγγραφικό του πόνημα, για να του το προσφέρει όχι μόνο προς τέρψη αλλά και βαθύτερο προβληματισμό. Ο αγώνας αυτός και η ανειρήνευτη  πάλη του συγγραφέα και ευρύτερα του όποιου δημιουργού ευστόχως αποτυπώνεται μεταφορικά σε κάποια σελίδα του βιβλίου: «…αισθάνομαι σαν μεταλλωρύχος. Ανοίγω υπόγειες στοές, γαλαρίες, αναζητώντας φλέβες χρυσού. Έγινα ένας δαιμονισμένος χρυσοθήρας».
Εύλογα, επομένως, το ψυχογράφημα τούτο με μυθιστορηματικές αξιώσεις τιτλοφορείται η φωνή εντός, χωρίς την κτητική αντωνυμία οποιουδήποτε προσώπου, για να παραπέμπει στον κάθε συγγραφέα, που δανείζει ταυτόχρονα τους ενδόμυχους κραδασμούς της φωνής του στις μυθοποιητικές περσόνες των φαντασιακών ή / και ανεστραμμένων εξιστορήσεών του. Είναι η φωνή, που όταν αναδύεται από τα κατάβαθα της ψυχής και του ψυχισμού του, συγκροτείται σε έναρθρο λόγο, για να επενδύσει συναισθήματα και μηνύματα διαλεκτικής επικοινωνίας με τον αναγνώστη μέσω των ηρώων του. Και κεντρικός ήρωας εδώ είναι ένας απαιτητικός και ανικανοποίητος συγγραφέας, που μέσα από αλλεπάλληλες συγγραφικές απόπειρες και βασανιστικές δοκιμασίες αναζητεί το δικό του συγγραφικό έρεισμα και το πεδίο της καλύτερης για τον ίδιο συγγραφικής έκφρασης. Ο πραγματικός συγγραφέας αισθητοποιεί βιωματικά τον κειμενικό μυθιστορηματικό του ήρωα στον ανώτατο βαθμό της συνταύτισής τους, όπως ταυτοποιεί με τη σφραγίδα της προσοικείωσής τους τις επινοημένες ιστορίες ή τις προσωπικές του αναμνήσεις, που καταγράφει με οιονεί αυτοβιογραφική αποτύπωση.
Έτσι παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον στιγμιότυπα της καθημερινότητάς του ύστερα από μια περίοδο απραξίας λόγω κατάπτωσης, σύνδρομο και αυτό της συγγραφικής κόπωσης. Οι πειραματικές δοκιμές σε διάφορα είδη γραφής και θεματικής, όπως η ιστοριογραφία των σημαντικότερων γεγονότων του Νησιού και η θεατρογραφία με υπόστρωμα τους κοινωνικούς αγώνες του λαού προσκρούουν στις άκαρπες προσπάθειες των συγγραφικών του ικανοτήτων ή και ακόμα σε σχέση με το επάγγελμά του στο ασύμβατο μεταξύ γραφιά και συγγραφέως. Οι σκέψεις, που ξεδιπλώνει στο ημερολόγιό του από τη ζωή του στο σπίτι και το γραφείο, τους κοντινούς περιπάτους και τις περιδιαβάσεις του στην πόλη, συνιστούν εναύσματα μιας μελλοντικής συγγραφικής ενασχόλησης ή συμπλέκονται αξεδιάλυτα με τις ιστορίες της άμεσης δημιουργικής του έμπνευσης. Ιστορίες που είτε σκόπιμα μένουν ημιτελείς, για να συμπληρωθούν κατά το δοκούν από το αναγνωστικό αισθητήριο, όπως ο θεατρικός διάλογος που παραθέτει με θέμα τη συζυγική ανία, είτε εγκιβωτίζονται με την ολοκλήρωση της περιγραφικής τους αφήγησης στη μυθιστορηματική πλοκή, διευρύνοντας την αριστοτεχνική συνεκτική της πλαισίωση. Επιλεκτικά παραδείγματα η ιστορία της Αρετής, της Ερατώς, της Πατρίτσια Μπέρεσφορντ και της Κάρμεν, αλλά και η ενθηκευμένη σουρεαλιστικη ιστορία του διαμερίσματος στον έβδομο όροφο. Οι κατ’ οικονομίαν σύντομες αυτές αφηγήσεις και οι ευρηματικές αφηγηματικές παρεκβάσεις αποκτούν εύρος και βάθος κάτω από τις ανατομικές διεισδυτικές περιγραφές των τόπων της δράσης, από την Κύπρο μέχρι την Αγγλία, καθώς και των πολυδαίδαλων τοπίων της ψυχής. Η εναλλάξ εύστροφη μετάβαση, επίσης, από τον τριτοπρόσωπο συγγραφέα-αφηγητή στους πρωτοπρόσωπους διαλόγους των πρωταγωνιστών συνυφαίνει τα ποικιλόχρωμα νήματα μιας ζωηρής δραματικότητας. Τόσο που αφουγκραζόμαστε τα αποσιωπητικά και τα παραλειπόμενά τους, προεκτείνοντας τις λεπτομέρειες των σκηνικών τους δρώμενων.    
Ωστόσο, η παράθεση τόσων ιστοριών με ξεχωριστή ή παρεμφερή υπόθεση, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν και τα σκαριά μιας μεγαλύτερης σε έκταση και πλοκή μυθιστορηματικής ιστορίας, ερμηνεύει έμπρακτα την αλληγορία της ανήσυχης και ακοίμητης ψυχής του συγγραφέα. Στο Ζ΄ κεφάλαιο του βιβλίου σημειώνεται εμφαντικά από το alter ego του συγγραφέα μας, καθώς υπαγορεύεται από τη φωνή εντός [του]: «Χίλιες ιδέες με πολιορκούν. Πρέπει να γράψω οτιδήποτε…Αισθάνομαι σαν αναμμένη λαμπάδα που καίει στο σπίτι ενός τυφλού». Όπως ο τυφλός παρόμοια και ο συγγραφέας, που βλέπει πιο καθαρά με τα μάτια της ψυχής και της ενοραματικής του δύναμης και που για να υπάρξει μετατρέπει την πραγματικότητα σε όνειρο και το όνειρο σε πραγματικότητα, καθώς ομολογεί στις τελευταίες σελίδες.
Ο Θεοκλής Κουγιάλης μέσα από τον φιλοσοφημένο μονόλογο και τον εύληπτο διάλογο της αφήγησής του και επιστρατεύοντας παλαιότερους και σύγχρονους τρόπους μυθιστορηματικής γραφής καταφέρνει να κάνει τη φωνή εντός και δική μας φωνή. Είτε απευθύνεται στον επαρκή αναγνώστη είτε στον ομότεχνό του συγγραφέα, εξακτινώνει τους εύηχους παλμούς και τις συνειρμικές της δονήσεις με το μέτρο μιας άλλης ποιητικής γραφής.

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή