.

.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014








                                                      Βιβλιοπαρουσίαση

 Ανδρέα Μορφίτη  Το Μεταναστευτικό και οι επιπτώσεις του
Σκέψεις – Προβληματισμοί – Παρεμβάσεις – Εισηγήσεις


Ποιος δεν θα συμφωνούσε με τις άκρως επίκαιρες, τις εξόχως τεκμηριωμένες και τις επωφελώς εποικοδομητικές απόψεις του κυρίου Ανδρέα Μορφίτη, όπως με οξυκόρυφη ευστοχία και ρηξικέλευθη δορίμαχη παρρησία τις διατυπώνει στο βιβλίο του υπό τον ως άνω τίτλο. Ένας συγκεντρωτικός τόμος της πολύχρονης αρθρογραφίας και των συστηματικών παρεμβάσεών του στα ΜΜΕ ως προς το επίμαχο μεταναστευτικό μας πρόβλημα, που αριθμεί πέραν των 200 πυκνογραμμένων σελίδων γλωσσικής αρτιότητας και που κυκλοφόρησε ευρέως κατά την περσινή χρονιά από τις εκδόσεις Επιφανίου. Η ένθερμη υποδοχή, της οποίας έτυχε τόσο από τους άμεσα ενδιαφερομένους σε θέματα μεταναστευτικής πολιτικής όσο και από το πλατύτερο αναγνωστικό κοινό, προοιωνίζεται στα επαινετικά σχόλια και τις διθυραμβικές αποτιμήσεις, που προτάσσονται των εύληπτων άρθρων και των συγκροτημένων συνεντεύξεων, καθώς και των συμπληρωματικών παραρτημάτων του βιβλίου. Οι χαιρετισμοί και τα σύντομα βιβλιοκριτικά σημειώματα από εκκλησιαστικούς και πολιτειακούς άρχοντες, πολιτικούς αρχηγούς, πρώην υπουργούς και έγκριτους δημοσιογράφους προϊδεάζουν την επί μέρους θεματική τής αντικειμενικής διαλεκτικής προσέγγισης και ευσύνοπτα επισημαίνουν τα σημεία αιχμής της διαχρονικής προβληματικής του επαΐοντος συγγραφέως: ενός όχι μόνο αρμόδιου τεχνοκράτη λειτουργού, αλλά, προπάντων, εν ονόματι της πατριωτικής αρετής και της απτόητης τόλμης τού εναγωνίως μαχόμενου ενεργού πολίτη στο εχθρικό πεδίο των ιδεοληπτικών αντιπαραθέσεων, της μικροκομματικής πολεμικής και της παρελκτυστικής τακτικής για ένα μείζον ζωτικό ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας, που εξακολουθεί να απειλεί με τις καταλυτικές  επιπτώσεις και τις προβλεπτές του διαστάσεις  την εθνική και πολιτισμική επιβίωση του τόπου μας.
Στην εκ προοιμίου εισαγωγή του ο συγγραφέας διαγράφει αδρομερώς το στίγμα αυτών των αγώνων από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 με τις διαφωτιστικές εισηγητικές του προτάσεις και τις αποκρυσταλλωμένες του θέσεις, με τα πύρινα άρθρα του στον τύπο, τις επιστολές προς τους ιθύνοντες της πολιτείας και της εκκλησίας, τη διοργάνωση σχετικών σεμιναρίων, τη συγκέντρωση επίσημων στατιστικών στοιχείων και την αξιολόγηση αξιόπιστων συμπερασμάτων τρίτων γύρω από την ανεξέλεγκτη «κατακλυσμιαία εισροή» του μεταναστευτικού κύματος, που έχει καταλήξει σε τσουνάμι μιας ψευδεπίγραφης πολυπολιτισμικότητας. Ομολογεί, επιπλέον, ότι οι άοκνες αγωνιστικές του προσπάθειες, προσκρούοντας, δυστυχώς, στην αρνητική αντιμετώπιση ατελέσφορων προσχημάτων και ασύγγνωστων προσκομμάτων από τους μέχρι τούδε εμπλεκόμενους παράγοντες, τον είχαν οδηγήσει όχι στην αδράνεια, προφανώς, της ενδοτικής παραίτησης, παρά στην αξιοπρέπεια της πρόωρης αφυπηρέτησης.  Συγκεφαλαιώνοντας, ωστόσο, το προανάκρουσμα της εισαγωγής του για αφύπνιση και ευαισθητοποίηση, υπογραμμίζει την αντισωβινιστική και αντιρατσιστική του πρόθεση προς τον συνάνθρωπο μετανάστη, αλλά, ταυτόχρονα, την επιστράτευση του ορθολογιστικού ρεαλιστικού χειρισμού για τη σωστή επίλυση του μεταναστευτικού προβλήματος σε μια μοιρασμένη πατρίδα, που δεν πρέπει να διαιωνίσει το φάσμα του τρίτου Αττίλα, καθώς προειδοποιεί μέσα από την πλειάδα των δημοσιευμάτων της αρθρογραφίας του στη συνέχεια.
Με το μέτρο της ευθυκρισίας, της υπεύθυνης τεχνογνωσίας και μιας αψευδούς μακρόπνοης διορατικότητας και ανατρέποντας φρούδες εξαγγελίες εθνικού σχεδίου δράσης της προηγούμενης κυβέρνησης, στεγανές ιδεολογικοπολιτικές πεποιθήσεις και αγκυλώσεις, επικαλείται, προσφυώς, τα προς αποφυγήν παθήματα άλλων χωρών: της Ελλάδας, σύμφωνα με τον πρώην αρμόδιο Υπουργό,  για τη σύγχρονη «κάθοδο των Δωριέων», που «πρόκειται για βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας και του κράτους», καθώς και τη δήλωση της Μέρκελ περί αποτυχίας του πολυπολιτισμικού μοντέλου και της εφαρμογής της πολυπολιτισμικής κοινωνικής ενσωμάτωσης στην πανίσχυρη Γερμανία. Είναι αξιοσημείωτες, επίσης, και ουδόλως παρωχημένες οι σκέψεις του Μαρξ, που επιτάσσει ως επίλογο του βιβλίου για τη λαθρομετανάστευση, όπως ενδεικτικά παραθέτουμε: «Σκοπός της εισαγωγής ξένων εργατών είναι η διατήρηση της δουλείας και η ακύρωση όλων των διεκδικήσεων των ντόπιων εργατών για μισθούς και συνθήκες εργασίας».
Εντούτοις, ο συγγραφέας στα αλλεπάλληλα αρθρογραφικά του κείμενα δεν περιορίζεται, απλώς, με την παράθεση επίσημων στατιστικών πινάκων σε θεωρητικές διαπιστώσεις για τις αρνητικές παρενέργειες της εισαγόμενης, κυρίως, εκ των κατεχομένων λαθρομετατανεύσης και της παράνομης εργασίας, αλλά εισηγείται τη λήψη άμεσων πρακτικών μέτρων για την απάμβλυνση του προβλήματος. Και δεν είναι μόνο τα όσα, επωδύνως, αδιανόητα καταθέτει στο βιβλίο του, μοναδικό στο είδος του στην κυπριακή βιβλιογραφία. Ο αγώνας του συνεχίζεται δυναμικός και ακάθεκτος, όπως θα έπρεπε και του καθενός μας, συνειδητοποιώντας και μόνο τα νούμερα: 94908 αλλοδαποί και κοινοτικοί απασχολούμενοι μέχρι τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους και από το 2010 μέχρι το 3ο τρίμηνο του 2013 η εξαγωγή του μεταναστευτικού συναλλάγματος ανήλθε στα €782 εκατομμύρια, σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας. Πώς θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν οι αριθμοί αυτοί μπροστά στη μάστιγα της οικονομικής κρίσης σε έναν τόπο υπό κατοχήν και τη ραγδαία άνοδο της ανεργίας στο 17%; Διερωτάται εύλογα ο Ανδρέας Μορφίτης, καταθέτοντας πρόσφατα ως Αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Δημογραφικής και Μεταναστευτικής Πολιτικής τους προβληματισμούς και τις εισηγήσεις του ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Βουλής, καθώς και των συναρμοδίων Υπουργών, οι οποίοι και υποσχέθηκαν να επιληφθούν του θέματος. Ίδωμεν;

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή                
       
             











Βιβλιοπαρουσίαση

Γ. Χατζηκωστή  Ο κόσμος των παιδιών στο έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη

Καθώς η ψυχή μου έχει νοτιστεί με την κατανυκτική ευωδία «ως πνοή αύρας λεπτής» του Παπαδιαμάντη από την πρόσφατη επίσκεψή μου στο νησί του, συνέχισα νοερά το ταξίδι μέσα από τα θησαυρίσματα της αριστοτεχνικής του γραφίδας. Συνταξιδιώτης – οδηγός σε τούτη την άλλη περιδιάβαση των αναγνωστικών ανατάσεων το ωραίο βιβλίο του Γιώργου Χατζηκωστή, που κυκλοφόρησε το 2012 σε πολυτονική, ως μας έχει συνηθίσει, γραφή και με  φιλοτέχνηση του εξωφύλλου από τον Αντρέα Λαδόμματο.
Ποια είναι, ωστόσο, τα ειδικότερα κίνητρα του πολυγραφότατου μελετητή της νεοελληνικής μας γραμματείας να ασχοληθεί με τη σημαντική αυτή πτυχή, που φωτίζει τον «κόσμο των παιδιών στο έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη», σύμφωνα με τον ομώνυμο τίτλο του μικρού μεν, αλλά λίαν αποκαλυπτικού του πονήματος; Την εξήγηση μάς τη δίνει ο ίδιος στο προλογικό του σημείωμα, όπου, εξυμνώντας «τον τεχνουργό ανθρωπογνώστη συγγραφέα και τον εύστροφο χειριστή τού πάντοτε ποιητικού λόγου του», προσθέτει στις κριτικές αποτιμήσεις προγενέστερων λογοτεχνών τις δικές του ευσύνοπτες σκέψεις. Εντρυφώντας στις 2675 σελίδες του συνόλου των έργων του μεγάλου μας διηγηματογράφου, σημειώνει μεταξύ άλλων: «Από την πολυεδρική δημιουργία του, ως μνημόσυνο στην εκατοστή επέτειο του θανάτου του αλλά και ως ευγνωμοσύνη ανθ’ ων παιδιόθεν απεκόμισα από τον μεγάλο συγγραφέα, επέλεξα να επιχειρήσω να παρουσιάσω τον κόσμο των παιδιών, όπως αυτός αναδύεται μέσα από το έργο του. Ένα κόσμο, ο οποίος, κατά γενική παραδοχή, αποτελεί – ή πρέπει να αποτελεί – την παραδείσια περίοδο της ανθρώπινης ζωής».
Η τελευταία, ωστόσο, υπαινικτική υπόμνηση είναι προϊδεαστική των όσων διεισδυτικά ψυχογραφούνται και ζωντανά εξεικονίζονται με την ανεξίτηλη Παπαδιαμαντική σφραγίδα γύρω από τη δική του παιδική ζωή και των συνομηλίκων του στη Σκιάθο, καθώς  και των παιδιών του αθηναϊκού άστεως από τα μέσα του προπερασμένου έως τις αρχές του περασμένου αιώνα μέσα από τις 96 επόμενες σελίδες, που καλύπτουν: μια περιεκτική εισαγωγή, ενδεικτική των ευχάριστων στιγμών και των δυσάρεστων ημερών του «Παπαδιαμάντη ως παιδί» και δεκαεννέα επί μέρους θεματικές ενότητες, που καταδεικνύουν ότι η νηπιακή και παιδική ζωή των παιδιών εκείνων όχι μόνο δεν ήταν «παραδείσια», αλλά τις περισσότερες φορές έμοιαζε με κόλαση, κατ’ αντίφαση τιμωρητική της παιδικής αθωότητας. Είναι όσα έζησε και βίωσε, κουβαλώντας τα μαζί του στα αθηναϊκά χρόνια της ενηλικίωσής του, για να τα μεταπλάσει αργότερα στα διηγήματα, τις νουβέλες και στα μυθιστορήματά του. Είναι «το παιδικό τούτο κάτι, το λαχταριστό και το άφραστο», όπως το συλλαμβάνει ο Παλαμάς μέσα από το επιγραμματικό πρόταγμα της εισαγωγής.
Τα χαρακτηριστικά παραθέματα τεκμηριώνουν τα εισαγωγικά και ενδιάμεσα σχόλια του μελετητή – ανθολόγου, που χωρίς να προκαταλαμβάνουν τον αναγνώστη, του διευρύνουν την πρόσβαση τόσο στο προκείμενο απόσπασμα όσο και στην αναζήτηση ολόκληρου του Παπαδιαμαντικού κειμένου, πυροδοτώντας του το έναυσμα της δικής του προβληματικής. Το σχετικό «Γλωσσάριον», που επιτάσσεται του βιβλίου, είναι αρκούντως προς τούτο ενισχυτικό.
Οι εύστοχες επισημάνσεις του Γ. Χατζηκωστή αναφέρονται σφαιρικά σε όλο το φάσμα μιας παλαιότερης κοινωνικής πραγματικότητας στον κλειστό νησιωτικό και αστικό μικρόκοσμο ως προς τις διάφορες εκφάνσεις των ρόλων και των δρώμενών του, τις ψυχοσυναισθηματικές αντιδράσεις των ιδίων των παιδιών και των μεγαλύτερων απένταντί τους, τις οικογενειακές σχέσεις και τις καταλυτικές επιδράσεις από τις δύσκολες συνθήκες του βίου – αβίωτού τους και γενικότερα τα ήθη και τα έθιμα σε συσχέτιση με τον παιδόκοσμο της εποχής του. Έτσι, δεν είναι μόνο η προκατάληψη για τα θηλυκά βρέφη, που γνωρίσαμε στη «Φόνισσα», αλλά και η ορφάνια, η κοινωνική απόρριψη, η στοργή των μητέρων και η αυτοθυσία των γιαγιάδων, οι ασθένειες, οι θάνατοι και οι φόνοι φτωχών και ανυπεράσπιστων παιδιών, οι σκανταλιές και οι τιμωρίες τους στο σχολείο, οι βιοποριστικές τους ασχολίες, τα παιγνίδια, η σχολική και θρησκευτική τους ζωή κ.ά.
Το μελέτημα, που δεν έχει, ασφαλώς, την αξίωση επιστημονικής διατριβής, δεν απομονώνει σχολαστικά μια καίρια πτυχή της Παπαδιαμαντικής αυτής θεματικής, αλλά την προβάλλει υποβλητικά μέσα από το συγκείμενο των αποσπασματικών συμφραζομένων. Στο «Επιλογικό» του ο ίδιος ο συγγραφέας επεξηγεί τη μεθοδολογική του προσέγγιση της μεγιστοποίησης των αποσπασμάτων και της ελαχιστοποίησης των δικών του σχολιασμών. Επειδή σε αντίθετη περίπτωση, τονίζει, «Θα στερούσα […] από τον αναγνώστη το κλίμα, την ατμόσφαιρα, τη γοητεία, τη μαγεία του λόγου του Παπαδιαμάντη…».

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή